Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετριότητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετριότητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5.6.11

Sketch #5

Σάββατο βράδυ, σπίτι του Δημήτρη. Έχουμε αράξει στο σαλονάκι του, στον κόκκινο καναπέ-κρεβάτι απ' το ΙΚΕΑ, κι ακούμε βινύλλια στο πικαπ απ' τη δισκοθήκη του πατέρα του.
Περνάμε απ' τα Ζεστά Ποτά των Κατσιμιχαίων στο Animals των Floyd, μετά στο Morrison Hotel, για να καταλήξουμε στο Moonmadness από Camel. Έχει περάσει αρκετή ώρα απ' την τελευταία φορά που ανταλλάξαμε κουβέντα.

Απ' τα ηχεία ακούγεται το Chord Change όταν ο Δημήτρης, αναστενάζοντας, μου λέει
"Φίλε, έχω πρόβλημα".
"Τι είναι ρε;" τον ρωτάω, "Έγινε τίποτα;"

Μένει σιωπηλός για λίγο. Μια υποψία άγχους αρχίζει να με καταβάλλει. Ο Δημήτρης δε συνηθίζει να παραπονιέται για τίποτα.

"Προσπαθώ εδώ και μέρες να γράψω ένα τραγούδι" λέει, "κι έχει κολλήσει το μυαλό μου". Η απόγνωση στο βλέμμα του δε μου επιτρέπει να τον ειρωνευτώ.

"Οκ, πώς μπορώ να βοηθήσω;" τον ρωτάω με επιτηδευμένα ψύχραιμη φωνή, "Με τι έχει να κάνει;"

"Είναι για ένα κορίτσι" μου απαντάει.
Μου ξεφεύγει ένα γέλιο.
"Σε πρόλαβαν οι Nirvana αγόρι μου!" του λέω.
"Καλά, γάμα το" λέει ξεφυσώντας.
Χαμηλώνω την ένταση της μουσικής και προσπαθώ να τον καθησυχάσω.
"Έλα πες" του λέω χαμογελώντας, και του χτυπάω απαλά το χέρι.

"Έχω γράψει αυτό" λέει και πιάνει απ' το διπλανό τραπεζάκι το μικρό, μαύρο σημειωματάριό του. Το ανοίγει και διαβάζει

I need a girl so different than me, to fill up my heart's empty space
Oh, I need a girl so different than me, to come and live in my place

Κρατιέμαι να μη σχολιάσω το "in my place", που μοιάζει σαν αναφορά στους Coldplay. "Δε γαμιέται" σκέφτομαι, "space-place, ποιητική αδεία".

"Ωραία. Και; Το πρόβλημα πού είναι;" τον ρωτάω.

"Και.. Αυτό. Δεν ξέρω τι σκατά να γράψω" απαντάει.

-Πόσο different θά 'ναι αυτό το κορίτσι;

-Όσο χρειάζεται, ξέρω 'γώ;

-Εξωτερική εμφάνιση, συνήθειες κλπ;

-Τα πάντα!

-Οκ, ξεκίνα απ' τα βασικά. Τι μαλλιά θά 'χει;

-Μαύρα. Κορακομάλλα που λένε στο χωριό μου.

-Crow-black hair. Τό 'χουνε πει και οι Cure, πιασάρικο. Dark eyes σίγουρα. Και cherry-red lips να γράψεις επίσης.

-Οκ

-Γενικά, θά 'ναι όμορφη έ;

-Διακρίνω ένα τόνο ειρωνείας στη φωνή σου;

-Ειλικρίνεια το λένε. Έχεις δει τα μούτρα σου;

-Οκ, τι άλλο;

-Dog-person;

-Καλό! She won't know how to cook επίσης.

-Εύκολα. She 'd rather have wine than beer;

-Μπα, αδιάφορο. Να της αρέσει το πιάνο όμως, περισσότερο απ' την ηλεκτρική.

-Εσύ ξέρεις.

-She'd be sweet in the morning and cranky at night..

-Too much info

-Εγώ το γράφω είπαμε. Τι άλλο;

-Non-smoker.

-Σιγά μην είναι και vegeterian..

-Ε, ξεκίνα μ' ό,τι είπαμε κι όλο και κάπου θα καταλήξεις.

-Ναι, για αρχή καλά είναι. Φχαριστώ!

-Τίποτα. Θέλω εξ ημισείας τα πνευματικά δικαιώματα όταν το τελειώσεις.

-Σύμφωνοι. Τίποτ' άλλο;

-Γράψε κι αυτό:
I need a girl so different than me, I need a girl who doesn't need me-
παίζει νά 'χεις το MTV Unplugged των Nirvana;

23.4.11

Πένθιμο *


Η παραμικρή σχέση με πρόσωπα και καταστάσεις να θεωρηθεί ολωσδιόλου συμπτωματική.

Η Όλγα είχε όλες τις προδιαγραφές να γίνει η καλύτερή μου φίλη. Όμορφη, έξυπνη και, παρά το ότι ήταν δυο χρόνια μικρότερη, πιο δραστήρια και πιο συνειδητοποιημένη σεξουαλικά.

Τη γνώρισα το 2002, όταν τελείωνα το λύκειο, ως γκόμενα του τότε συμμαθητή και φίλου μου Αντώνη. Συνηθίζαμε να βγαίνουμε οι τρεις μας, μιας και εγώ ήμουν -παραδοσιακά- μπακούρης, άσχημος και κολλημένος σε ανεκπλήρωτους έρωτες.

Όταν λοιπόν η Όλγα κι ο Αντώνης πέρασαν την "πρώτη μεγάλη κρίση" της σχέσης τους (τότε που ο Αντώνης αποφάσισε λίγο πριν τις Πανελλήνιες να δηλώσει σχολές μόνο στο Ηράκλειο, για να είναι κοντά με την Όλγα, ενώ η Όλγα προσπαθούσε να τον πείσει να δηλώσει στην Αθήνα για δικούς της λόγους) μπλέχτηκα, γιατί υποτίθεται ως φίλος του ζευγαριού έπρεπε να πάρω θέση, κι έτσι ξεκίνησε μια πιο προσωπική επαφή με την Όλγα για να βρεθεί μια μέση λύση.

Κι όταν λίγο καιρό αργότερα, κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, η Όλγα χώρισε τον Αντώνη, επειδή ο Αντώνης έκανε το λάθος να την κερατώσει και να της το πει, εγώ δεν είχα κανένα λόγο να διακόψω την επαφή μου με την Όλγα, και τέλος πάντων, κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Ο πρώτος και κύριος λόγος που τη συμπαθούσα ήταν επειδή είχε το ίδιο αρρωστημένο βιολογικό ρολόι μ' εμένα. Θυμάμαι, χαρακτηριστικά, να μιλάμε στο τηλέφωνο στις 4 το πρωί, παρακολουθώντας ταυτόχρονα στο Mega σε επανάληψη του Bar, στιγμιότυπο που ο Λορέντζο ψιθύριζε στη Γιώτα "Είσαι ένας όμορφος άνθρωπος", ενώ λίγες ώρες αργότερα έπρεπε να πάω στο σχολείο να γράψω Γεωμετρία.

Μας συνέδεαν κι άλλα στοιχεία: κοινά μουσικά ακούσματα, τάσεις προς μελαγχολία, σχετικά ταυτόσημοι πολιτικοκοινωνικοί προβληματισμοί, μια αμοιβαία -διεστραμμένη για κάποιους- αίσθηση του χιούμορ  μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες. Παρ' όλ' αυτά, είχε καρφωθεί στο μυαλό μου η ιδέα ότι δεν θα την έβλεπα ποτέ ερωτικά. Πέρα απ' το γεγονός ότι ήταν πρώην γκόμενα του Αντώνη, κάτι που ελάχιστα μ' ένοιαζε, στα μάτια μου ήταν η βελτιωμένη, θηλυκή έκδοση του εαυτού μου. Κι αφού από τη μία, είχα ένα πλούσιο μερτικό από χυλόπιτες μέχρι εκείνη τη στιγμή, ενώ απ' την άλλη πίστευα πως αν ήμουν στη θέση της δεν θα μου καθόμουν ποτέ, κατέληξα στο ότι δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να τη "γουστάρει".

Μετά τις -σαφώς αποτυχημένες- πανελλήνιές μου, ήρθε το Καλοκαίρι και χωρίστηκαν οι δρόμοι μας. Κρατήσαμε μια υποτυπώδη επαφή, ανταλλάζαμε κάνα mail που και που αλλά τίποτα παραπάνω. Με τον Αντώνη, παρεμπιπτόντως, είχα ήδη χαθεί, αφού είχε φύγει απ' τον Ιούλιο για  προετοιμασία σπουδών στην Αγγλία, και η απουσία του τον κατέστησε αδιάφορο ως παράγοντα για ό,τι έμελλε να συμβεί, γι' αυτό και το όνομά του θα αναφερθεί μόνο μια φορά ακόμη σ' αυτήν την ιστορία.

Με την Όλγα βρέθηκα το Σεπτέμβρη, όπου εγώ, πλησιάζοντας επίσημα την ενηλικίωσή μου, βρισκόμουν στα πρώτα στάδια του παρουσιαστικού που έχω τώρα, αφού δηλαδή έβγαλα τα σιδεράκια που μέχρι τότε φορούσα, η άγρια ακμή μου άρχισε να υποχωρεί, και άρχισε να εμφανίζεται δειλά ένα γενάκι στο πηγούνι μου. Φαίνεται πως αυτές οι αλλαγές την εξέπληξαν τόσο, που άρχισε να με φλερτάρει σαν διάολος από την πρώτη φορά που ανταμώσαμε ξανά.

Τα σημάδια ήταν ξεκάθαρα, ακόμη και για κάποιον ερωτικά ανήμπορο σαν κι εμένα. Απ' την πρώτη μας συνάντηση στην καφετέρια που συχνάζαμε, η συμπεριφορά της ήταν διαφορετική. Διεκδικούσε σωματική επαφή με κάθε ευκαιρία, καθόταν κοντά μου, με περιεργαζόταν με τα χέρια της, έγερνε προς το μέρος μου. Η προσοχή της ακόμη, φαινόταν πιο συγκεντρωμένη πάνω μου. Ήταν λίγες οι στιγμές που έπαιρνε τα μάτια της απ' τα δικά μου, ενώ φαινόταν να διασκεδάζει πολύ περισσότερο με τα αστεία μου.

Όλα αυτά τα στοιχεία μου φαίνονταν προσποιητά, κι όπως είναι λογικό με πανικόβαλαν. Είχα όμως και την περιέργεια να δω που θα κατέληγε όλη αυτή η ιστορία, οπότε πάσχιζα να κρύψω τον πανικό μου και να ανταποκριθώ, έστω με τον τρόπο μου. Έπρεπε, άλλωστε, να μάθω να διαχειρίζομαι τέτοιες καταστάσεις. Είχα μόλις τελειώσει το σχολείο, είχα καταφέρει να αποκτήσω τη φοιτητική ιδιότητα με μηδενικό διάβασμα και, κυρίως, θα έκλεινα τα 18 σε λιγότερο από ένα μήνα. Όφειλα να αποδεχτώ ότι γινόμουν άντρας!

Δυστυχώς ή ευτυχώς, όλη αυτή η κρυμμένη αντρίλα θα παρέμενε καλά κρυμμένη για πολλά χρόνια ακόμα.

Απόδειξη ήταν η στιγμή που, τέσσερις συναντήσεις (ή ραντεβού, για να μην κοροϊδευόμαστε) αργότερα, πήρα τη γενναία απόφαση να τη φιλήσω, δίπλα σε μια πιάτσα ταξί, λίγο πριν πάρει τον επόμενο ταρίφα για να πάει σπίτι της. Έσκυψα, της χάιδεψα τα μαλλιά και πλησίασα το πρόσωπό μου στο δικό της, μέχρι που κόλλησα τα χείλη μου στα δικά της. Δεν θυμάμαι τι έφταιγε περισσότερο, η αίσθηση της καρδιάς μου να πάει να σπάσει απ' την έντονη ταχυπαλμία ή η έμπνευσή της να χώσει απότομα τη γλώσσα της στο στόμα μου, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να με πιάσει ένα μανιασμένο, νευρικό γέλιο, στα όρια του απαξιωτικού καγχασμού.

Εκείνη τραβήχτηκε πίσω αμέσως, και παρ' όλο που τα μάτια μου είχαν ήδη αρχίσει να θολώνουν, νομίζω για μια στιγμή είδα να σχηματίζεται ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. Την αμέσως επόμενη στιγμή όμως, φαντάζομαι όταν συνειδητοποίησε την ψυχοσωματικότητα της κατάστασής μου, πάγωσε, έκανε δυο βήματα πίσω, είπε κάτι που ακούστηκε σαν "Δεν σε πιστεύω" κι άρχισε να πηγαίνει με γρήγορα βήματα προς το πρώτο διαθέσιμο ταξί.

Εγώ παρακολουθούσα τον εαυτό μου να τρέχει από πίσω της γελώντας, ενώ μέσα στα χαχανητά σχηματίζονταν σκόρπιες φράσεις όπως "ΧΑΧΑΧΑ-ΟΛΓΑ-ΧΑΧΑ-ΜΗ-ΦΕΥΓΕΙΣ-ΧΑΧΑ", μέχρι που η Όλγα μπήκε στον ταρίφα, ο ταρίφας έβαλε μπροστά κι εξαφανίστηκε σε λίγα δευτερόλεπτα.

Θυμάμαι, λίγο πριν καταφέρω να σταματήσω να γελάω, ότι πρώτη μου σκέψη ήταν να απομακρυνθώ απ' την πιάτσα, μιας και αρκετό τσάμπα θέαμα είχα προσφέρει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Κι έπειτα το περπάτημα προς το σπίτι, με μια και μοναδική ερώτηση να επαναλαμβάνεται στα μεγάφωνα του εγκεφάλου μου

"Τι στο μπούτσο συνέβη μόλις;"

Ούτε που διανοήθηκα να την πάρω τηλέφωνο τις επόμενες μέρες, και βέβαια ούτε κι εκείνη έδειξε σημεία ζωής. Οι μήνες περνούσαν, κι ολοένα και περισσότερο έχανα και την παραμικρή ελπίδα ότι θα μιλούσαμε ξανά. Πέρασαν δυο χρόνια, τελείωσε κι εκείνη το σχολείο και -όπως έμαθα από μια συμμαθήτριά της- πήγε για σπουδές στη Σκωτία.

Εγώ, απ' την άλλη μεριά, με το πέρας δύο χρόνων ήμουν άλλος άνθρωπος. Είχα σταματήσει να παρακολουθώ μαθήματα στη σχολή, έκανα τα πρώτα μου βήματα στη λαμπρή καριέρα μου ως σερβιτόρος, είχα ένα αρκετά γεμάτο βιογραφικό από περιστασιακές σχέσεις κι αποτυχημένες απόπειρες κατανόησης του γυναικείου φύλου. Η ανάμνηση της Όλγας ήταν πλέον τόσο θολή στο μυαλό μου, που έμοιαζε ευχάριστη. Γι' αυτό και ήταν τέτοια η έκπληξή μου, όταν συνάντησα την Όλγα ανήμερα των Χριστουγέννων του 2004 να κόβει βόλτες στο κέντρο της πόλης.

Πιάσαμε την κουβέντα, αμοιβαία καλοδιάθετοι και χαμογελαστοί, τόσο που της πρότεινα να πάμε για ένα ποτό το ίδιο βράδυ "να πούμε τα νέα μας". Δέχτηκε αβίαστα, μ' αγκάλιασε πριν μ' αποχαιρετήσει, όλα έμοιαζαν σωστά για πρώτη φορά μετά από καιρό.

Βρεθήκαμε, όπως είχαμε κανονίσει, ήπιαμε το ένα ποτό, ήπιαμε και δεύτερο και τρίτο. Της έλεγα τα δικά μου, μου έλεγε τα δικά της. Έμαθα για τις δικές τις σχέσεις μέσα σ' αυτά τα δυο χρόνια, μού 'πε ότι είχε ξαναβρεθεί για λίγο με τον Αντώνη το περασμένο Καλοκαίρι αλλά ότι "ο μαλάκας ο άνθρωπος δεν αλλάζει ποτέ", ομολόγησε ότι ήταν κι αυτή στην ίδια φάση με τη δικιά μου, μόνη για αρκετούς μήνες, παντελώς απογοητευμένη απ' τις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα. Μου είπε ακόμη ότι εξακολουθούσε να έχει στο πίσω μέρος του μυαλού της εμάς τους δύο, σχεδόν απολογήθηκε για τη συμπεριφορά της, αναφέρθηκε στην "τότε ανωριμότητά της". Εγώ της είπα ότι ένιωθα νά 'χω μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης για ό,τι έγινε, πως όφειλα να διαχειριστώ καλύτερα την κατάσταση "ως μεγαλύτερος". Γελάσαμε, αλλάξαμε θέμα, αρχίσαμε να θάβουμε κοινούς μας γνωστούς, κάτι που αγαπούσαμε εξίσου να κάνουμε. Ήπιαμε κι άλλο ποτό, μέχρι που αποφασίσαμε πως ήταν ώρα να φύγουμε. Είπαμε να περπατήσουμε μέχρι την ίδια πιάτσα ταξί που χωριστήκαμε δυο χρόνια πριν και να πάμε σπίτια μας.

Περάσαμε έξω απ' το παρκάκι των face 2 face*². Κοντοστάθηκα. Τη ρώτησα αν ψήνεται να αράξουμε για ένα τσιγάρο. Η επίδραση του αλκοόλ δεν μου επέτρεψε ούτε καν να διανοηθώ να κρύψω το χαζό, υπαινικτικό μου χαμόγελο. Θυμάμαι αυτό το άμεσο "Ναι, αμέ!" που είπε, για να ξεκινήσει να προχωράει μέσα στο πάρκο, οδηγώντας με στην πιο σκοτεινή γωνία του. Αράξαμε σ' ένα παγκάκι και αρχίσαμε να φιλιόμαστε χωρίς να πούμε δεύτερη κουβέντα.

Ανταλλάζαμε αγγίγματα, δαγκωματιές, φιλιά, γρατζουνιές, αναστεναγμούς που άχνιζαν στον παγωμένο αέρα, μέχρι την καθοριστική στιγμή που η Όλγα ξεκούμπωσε το τζην μου, έσκυψε αργά πάνω μου για να ξεκινήσει αυτό που έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου ως "Η καλύτερη πίπα της ζωής μου".

Τα υπολείμματα διακριτικότητας δεν μου επιτρέπουν να μπω σε περαιτέρω λεπτομέρειες, αρκεί να αναφέρω ότι η Όλγα με τέλειωσε με τέτοια χειρουργική ακρίβεια, που δεν χύθηκε ούτε μια σταγόνα έξω απ' το στόμα της. Εγώ εκείνη τη στιγμή ένιωθα να με κυριεύει το πνεύμα των Χριστουγέννων, και να εξαφανίζεται κάθε δυστυχία από προσώπου γης. Βρισκόμουν σε μια πρωτόγνωρη νιρβάνα, με το μυαλό μου τόσο μουδιασμένο που ασυναίσθητα είπα

"Όλγα.. Αν είχα πάνω μου χίλια ευρώ θα στά 'δινα"

Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί το πήρε τόσο στραβά. Σηκώθηκε κι έφυγε πριν προλάβω καν να κουμπωθώ. Νομίζω μ' έβρισε κιόλας, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ με σιγουριά. Αυτό που σίγουρα θυμάμαι είναι το τσιγάρο που κάπνισα στο παγκάκι, μόνος μου.

Δεν έχουμε ξαναμιλήσει από τότε.




* Jim Morrison - Lament
Ιδομενέως και Μεραμβέλλου, Ηράκλειο Κρήτης. Για κάποιους είναι γνωστό ως "το πάρκο των f2f" λόγω των γκράφιτι του αείμνηστου χιπ χοπ crew, face 2 face. Για αρκετά χρόνια ήταν το κατ' εξοχήν πάρκο για εφηβικά χαμουρέματα, λιωσίματα κλπ. Τα τελευταία χρόνια φιλοξενεί τα τραπεζάκια μιας διπλανής ταβέρνας και είναι φωτισμένο, σε σημείο να μην υποστηρίζονται σχετικές δραστηριότητες. Αλλά όπως έχει αποδειχτεί εμπράκτως "το καλύτερο ξεκάρφωμα είναι το κάρφωμα".

12.3.11

Bits n Pieces #20806

Έχουμε κλείσει, λοιπόν, ήδη πέντε μέρες εκεί. Οι μισοί έχουν καεί απ' τον ήλιο, οι άλλοι μισοί απ' τα ξύδια.

Το μεσημεράκι της έκτης μέρας εμφανίζεται και η Δανάη. Έχει πάρει πρωινό καραβάκι, μετά λεωφορείο, και μας έχει βρει στην παραλία.

Ήταν τότε που δεν της είχαν δώσει άδεια απ' τη δουλειά και θα έμενε μόνο για το σου/κού.

Είμαι, που λες, αραχτός στην αιώρα και την ακούω να φωνάζει από μακριά "Έφτασα! Ου-ου" κι άλλα τέτοια χαζά, γκομενίστικα επιφωνήματα. Γυρίζω και τη βλέπω να πλησιάζει. Φοράει -αξέχαστα- ένα σαλβάρι μπορντώ με μαύρες ρίγες, κι ένα πορτοκαλί μπλουζάκι με τιραντάκι, χωρίς σουτιέν, μαγιώ κλπ. Μιλάμε για τη φάση, πριν χάσει τα κιλά που δεν έπρεπε. Μιλάμε για τη φάση που τα βυζιά της θα μπορούσαν να κάνουν την Aria Giovanni να κλάψει από ζήλια και πόθο. Αλλά μιλάμε γενικότερα και για μια καλή φάση της Δανάης.

Ήταν τότε που είχε κοντό, κόκκινο μαλλί, που περίμενε να ξεκινήσει το μάστερ της, που κουβαλούσε παντού μαζί της αυτά τα "πόι" - ή όπως διάολο λένε αυτά τα ζογκλερικά μπαλάκια. Τότε που ήταν διαολεμένα ερωτεύσιμη και είχε κάτσει σε αρκετούς απ' την παρέα, εκτός βεβαίως από 'μένα.

Κι ακριβώς επειδή ήρθε για δυο μέρες κι είχε μαζί της μόνο μια αλλαξιά ρούχα κι ένα υπνόσακο, κάποιος έπρεπε να τη φιλοξενήσει.
"Ποιος έχει χώρο στη σκηνή του;"
"Ο Δημήτρης"
Θα τη φιλοξενούσα εγώ.

Εν τω μεταξύ, το απόγευμα εκείνης της μέρας άρχισε να με γρατζουνάει λίγο ο λαιμός μου. Δεν είναι τίποτα, λέω, απλό κρυολόγημα που θα κάψω με αλκοόλ. Αρχίζω λοιπόν να πλακώνω τα τσίπουρα από νωρίς, παίζουνε και κάτι τσιγάρα, μέχρι το βράδυ που είμαστε σε φάση για ύπνο έχω γίνει χάλια, κι ο λαιμός ακόμη πιο χάλια. Αρχίζουν και πονάνε τα κόκαλά μου, νιώθω να ανεβάζω πυρετό, είμαι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

Καταλήγω με τη Δανάη στη σκηνή μου λίγο πριν το ξημέρωμα, εγώ να ψοφάω κι αυτή νά 'χει ορεξούλες.

Να μου λέει να την πάρω αγκαλίτσα, να μου τρίβεται, μέχρι που φτάνει να μου ψιθυρίσει την αξέχαστη κουβέντα
"Δημήτρη σε θέλω"
"Γενικότερα ή ειδικότερα;" ρωτάω εγώ, που ακόμα κι ετοιμοθάνατος θα την πω τη μαλακία μου.
"Εδώ και τώρα" μου λέει.
"Δεν έχω προφυλακτικά μαζί μου" της λέω.
"Δεν με νοιάζει" μου λέει "αρκεί να μην τελειώσεις μέσα μου".

Πλησιάζω να τη φιλήσω και καταπίνω λίγο σάλιο, που νιώθω να ξεσκίζει τις πρησμένες μου αμυγδαλές. Αρχίζω να ιδρώνω. Συνειδητοποιώ ότι κοντεύω να εκπνεύσω μια για πάντα. Σταματάω και της λέω "Δεν τό 'χω, άσ' το καλύτερα. Αρρωσταίνω άσχημα και υποφέρω. Δεν ψήνομαι να σε κολλήσω και τίποτα".
"Οκ" μου λέει, αλλάζει πλευρό και κοιμάται, σαν να μην έγινε τίποτα.

Να μη στα πολυλογώ, την επόμενη μέρα έφυγα για Αθήνα τρέχοντας, με σαράντα πυρετό και τη χειρότερη αμυγδαλίτιδα που έχω περάσει ποτέ. Ευτυχώς που ήρθε μαζί μου ο Παναγιώτης, αλλιώς θα είχα αφήσει τα κόκαλά μου στο καράβι.

Το ζουμί της ιστορίας είναι αλλού όμως. Λίγες βδομάδες μετά, μόλις μπήκε Σεπτέμβρης και ετοιμαζόμασταν οι περισσότεροι να φύγουμε από Αθήνα για σπουδές, δουλειές κλπ, κανονίσαμε με την αντροπαρέα να βρεθούμε για έναν τελευταίο καφέ στο poquito.

Δώσαμε ραντεβού στις δώδεκα και μαζεύτηκαμε όλοι, εκτός απ' το Λάμπρο που εμφανίστηκε κατά τη μιάμιση, φανερά άκεφος κι ανήσυχος.

"Που ήσουνα ρε μαλάκα;" τον ρωτάει ο Παναγιώτης.
"Γάμησέ τα.. Στο Συγγρό ήμουνα" να λέει ο Λάμπρος.
Κλασικά, ο Αντώνης να ρωτάει "Ποιος είναι ο Συγγρός", εμείς να την έχουμε ψυλλιαστεί τη φάση, να ρωτάμε πώς και τι, μέχρι που ο Λάμπρος λέει "Ε, τι έκανα στο Συγγρό ρε μαλάκες; Πήγα να μου κάψουν κάτι κονδυλώματα".
Και μετά σιωπή.

Μέχρι που ρώτησα "Καλά ρε φίλε, με ποια πήγες;", για να μου απαντήσει διστακτικά "Με τη Δανάη, αδερφέ"

8.3.11

Bits n Pieces #468311

Εκείνος περπατάει βιαστικά σε κεντρικό δρόμο, η ώρα είναι 14.52, αίθριος καιρός.

Τη διακρίνει μέσα από σκόρπιους περαστικούς να πλησιάζει από μακριά. Εκείνη φοράει ακουστικά, κρατάει μια πλαστική τσάντα γνωστού βιβλιοπωλείου και δείχνει να προχωράει αμέριμνη.

Τα βλέμματά τους συναντιούνται.

Εκείνη βγάζει τα ακουστικά, στέκεται μπρος του και του χαμογελάει με τα μάτια ανοιγμένα διάπλατα.

"Τι κάνεις;" τη ρωτάει
"Καλά είμαι, εσύ;" του απαντάει, δίνοντας στη χροιά της μια κοριτσίστικη μουσικότητα.

Λέει εκείνος "Βιάζομαι γαμώτο, πρέπει να είμαι σε 10 λεπτά στη σχολή. Πόσο καιρό έχω να σε δω; Πότε θα τα πούμε;"

"Φεύγω για διακοπές την άλλη Δευτέρα. Να κανονίσεις μέχρι τότε να έχουμε βγει, να μου πεις νέα, ξέρω 'γώ" λέει εκείνη, εξακολουθώντας να χαμογελάει.

"Άσε να επικεντρωθούμε σ' εσένα, παραδοσιακά, γιατί εγώ περνάω μεταβατική φάση και μπορεί να σου γκρινιάξω λίγο" της λέει, χαμογελώντας συνωμοτικά.

Εκείνη γελάει "Να μου γκρινιάξεις, ναι!" του λέει "Περιμένω τηλέφωνο". Δείχνει να το εννοεί.

Εκείνος, ξεκινώντας με γρήγορα βήματα να την προσπερνάει, λέει "Τρέχω, έχω αργήσει. Θα σε πάρω το βράδυ - φιλιά!" και απομακρύνεται, μέχρι που χάνεται απ' το οπτικό της πεδίο.

Εκείνη θα θυμηθεί κάθε φορά που χρειαζόταν να τον απομακρύνει, όποτε εκείνος ήθελε κάτι διαφορετικό από μια "φιλική σχέση". Θα θυμηθεί ακόμη ότι σταμάτησαν να μιλάνε μόλις εκείνος βαρέθηκε να την κυνηγάει. Θα αναρωτηθεί αν έστω τα μισά κομπλιμέντα που της είχε κάνει ήταν ειλικρινή.

Εκείνος θα θυμηθεί ότι στην προσπάθειά του να την ξεπεράσει, υποσχέθηκε στον εαυτό του να μην της ξανατηλεφωνήσει ποτέ. Θα κρατήσει την υπόσχεσή του. Εκτός κι αν

3.1.11

Τυχαίος Θάνατος #3

Τετάρτη βράδυ, κοντεύει 12 παρά 20 και καπνίζω στο μπαλκονάκι του σπιτιού μου.
Ξημερώνει 15 Αυγούστου και επικρατεί νεκρική ησυχία. Η πόλη έχει αδειάσει. Με κάθε νευρική μου τζούρα ακούω το σκάσιμο του χαρτιού που καίγεται, και το μόνο πράγμα που σκέφτομαι είναι
"Θα έρθει απόψε;"

Εδώ και έξι εβδομάδες, κάθε Τετάρτη βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ένας "κρυφός θαυμαστής" αφήνει ένα δωράκι έξω απ' την πόρτα της πολυκατοικίας μου, χτυπάει το κουδούνι του θυροτηλεφώνου και φεύγει. Στο μυαλό μου ανάκατες σκέψεις κι ερωτήσεις: "ποιος είναι αυτός;", "πως ξεκίνησε αυτή η ιστορία;". Προσπαθώ να ανατρέξω στις προηγούμενες εβδομάδες και να θυμηθώ τα διάφορα περίεργα δωράκια. Ο προβληματισμός όμως παραμένει. Θα έρθει απόψε;

Ποιος είναι αυτός που φαίνεται να ξέρει ότι κάθε Τετάρτη βράδυ είμαι μόνη στο σπίτι; Τι είναι; Πώς μοιάζει; Ξέρω τόσες μέρες ότι δεν είναι κανείς γνωστός μου, τους έχω ρωτήσει όλους.

Κι αν δεν έρθει;

Είναι δεκαπενταύγουστος, μπορεί να έχει φύγει για διακοπές, μπορεί να έπαθε κάτι. Εγώ γιατί ασχολούμαι; Δεν είμαι 16 ρε γαμώτο. Μήπως φταίει το ότι είμαι μόνη στο σπίτι τέτοια μέρα, τέτοια ώρα; Κι αυτός τι ρόλο βαρ-

Χτυπάει το θυροτηλέφωνο!

Αυτός είναι. Με αντανακλαστικά γάτας πετάγομαι απ' το ξύλινο καρεκλάκι, αρπάζω τα κλειδιά που έχω πάνω στο τραπεζάκι, τα τσιγάρα, και τρέχω να πάω κάτω στην εξώπορτα. Κατεβαίνω σκάλες δύο ορόφων και σκέφτομαι ότι είμαι απόλυτα προετοιμασμένη γι' αυτή τη στιγμή. Θέλω να τον προλάβω. Ίσως ήταν κακή η ιδέα να φορέσω παντόφλες, δεν βοηθάνε στο κατέβασμα, αλλά δεν πρέπει να νομίσει ότι τον περίμενα κιόλας.

Με ένα σάλτο κατεβαίνω τα τρία τελευταία σκαλοπάτια, στρίβω δεξιά απ' το ασανσέρ και βρίσκομαι πίσω απ' τη τζαμαρία της εξώπορτας.

Δε βλέπω κανέναν.

Πάω να ανοίξω την πόρτα-ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΗ! Γαμώ τους ξενοφοβικούς μου γείτονες. Ξεκλειδώνω γρήγορα, βγαίνω έξω, φτάνω στο πεζοδρόμιο, κοιτάω αριστερά και δεξιά.

Κανείς.

Και η νεκρική σιωπή παραμένει. Δεν ακούω βήματα από μακριά, ούτε καν κάποιο όχημα σε ακτίνα 100 μέτρων τουλάχιστον. Να τρέξω προς τα δεξιά, μήπως δω κάποιον να απομακρύνεται; Κι αν έφυγε από αριστερά;

Γυρίζω το βλέμα μου στην αντιαισθητική γλάστρα με το φίκο που υπάρχει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ένας μικρός, καφέ ταχυδρομικός φάκελος φαίνεται μπλεγμένος στα φύλλα του φίκου. Ένας μικρός, καφέ φάκελος, όπως κάθε φορά. Εκτός από εκείνη τη φορά που-

Πάνω του γράφει με κόκκινο χοντρό μαρκαδόρο

ΣΤΗΝ Κ.

Χαμογελάω, όπως κάθε φορά.

Μου ξεφεύγει ένας βαθύς αναστεναγμός που ανακατεύεται με το λαχάνιασμά μου.
"Ας είναι" σκέφτομαι κι ανοίγω την πόρτα. Μπαίνω στο ασανσέρ. Δεν υπάρχει λόγος να ανεβαίνω τόσα σκαλιά μετά απ' αυτό. Πατάω το "2" και σκίζω το φάκελο με γρήγορες κινήσεις.

Πριν φτάσει το ασανσέρ στον όροφό μου, βγάζω απ' το φάκελο μια κασέτα. "Ω, θεοι" σκέφτομαι "κασέτα". Τη στιγμή που βγαίνω απ' το ασανσέρ και ετοιμάζομαι να ανοίξω την πόρτα του σπιτιού μου, προσπαθώ να θυμηθώ αν δουλεύει το κασετόφωνο στο χιλιοταλαιπωρημένο AIWA που έχω στο δωμάτιό μου. Προσπαθώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που άκουσα κασέτα. Δεν θυμάμαι, για κανένα λόγο.

Μπαίνω στο δωμάτιό μου, βάζω την κασέτα στο στερεοφωνικό και γυρίζω τη λειτουργία στο tape.

"Θεούλη μου, κάνε να παίξει!" εύχομαι και πατάω το play.

PLAY

27.12.10

Κάθε φορά #1

Κάθε φορά που σου χτυπώ απαλά τα χέρια
και με πειραχτικό τόνο σου λέω
"Μην τρως τα νύχια σου"
βρίσκω απλώς μιαν αφορμή να σου ζητήσω
να με προσέξεις.
Τα μάτια σου θέλω να βλέπω
αδιαφορώ για τα δάχτυλά σου

25.12.10

Sketch #1489423

Λογιστής σε αυτοκινητοβιομηχανία επιστρέφει στο σπίτι του μετά από 14 ώρες δουλειάς. Είναι η έκτη συνεχόμενη μέρα που βαράει υπερωρίες προσπαθώντας να κλείσει τα βιβλία του έτους.
Έχει προσπαθήσει να επιστρατεύσει κάθε μαλαγανιά απ' το λογιστικό του οπλοστάσιο, να εξαφανίσει έγγραφα, να χρησιμοποιήσει κάθε διαθέσιμο παραθυράκι για να βγάλει πεντακάθαρο το πρόσωπο της εταιρίας.
Καθώς ξεκλειδώνει την εξώπορτα του σπιτιού του όμως, το μόνο που σκέφτεται είναι το πιάτο με το αχνιστό χταποδοπίλαφο, που τον περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας.
Σήμερα, Πέμπτη 28 Νοεμβρίου, γιορτάζει τα γενέθλιά του και -όπως κάθε χρόνο αυτή τη μέρα- το μόνο που θέλει είναι να υπάρχει στο τραπέζι το αγαπημένο του φαγητό.
Ακούγοντας την πόρτα πίσω του να κλείνει, κάνοντας τα πρώτα βήματα στο χωλ του σπιτιού, περνούν αστραπιαία στο πίσω μέρος του μυαλού του εικόνες από προηγούμενά του γενέθλια: ομηρικοί καυγάδες με τη γυναίκα του με αφορμή ότι η δική της συνταγή για χταποδοπίλαφο δεν πλησίαζε ούτε κατά διάνοια τη συνταγή της μάνας του, ο καυγάς με τον κολλητό του, που οργάνωσε πέρσι ένα πάρτυ έκπληξη με φίλους και γνωστούς, με ένα σωρό φαγητά εκτός από χταποδοπίλαφο-
Παίρνει μια κοφτή εισπνοή απ' τη μύτη προσπαθώντας να επανέλθει στην πραγματικότητα, βγάζει το μπλέηζέρ του και το κρεμάει στον καλόγερο.



Επιλογές για συνέχεια της ιστορίας:

α. Βρίσκει τη γυναίκα του να γαμιέται.

β. Βλέπει στην κουζίνα ένα πιάτο με χταποδοπίλαφο, ξεκινάει να τρώει μόνος και κάτω απ' το ρύζι ξεθάβει με το πηρούνι του ένα ανθρώπινο μάτι.

γ. Τρώει μαζί με τη γυναίκα του, βάζει τα κλάματα συγκινημένος απ' τη νοστιμιά του χταποδοπίλαφου, στραβοκαταπίνει ένα πλοκάμι και πεθαίνει.

17.1.10

Άχρηστη ανάμνηση #2482009

Τέλη Αυγούστου του 2009, αρκετές ώρες μετά τα μεσάνυχτα, είμαι μόνος στο δωμάτιό μου και παλεύω να διαβάσω έναν από τους θεατρικούς μονολόγους που σκοπεύω να δώσω στις επερχόμενες Εξετάσεις.

Από κάπου έξω στο δρόμο, αρχίζει να ακούγεται ένα γελοίο, μακρόσυρτο κλάμα. Κάπου δίπλα στο σπίτι μου, έχει σκάσει ένας τυχαίος τύπος που κάνει "Όοοοοο-ουυυυυυ, όοοοο-οοουυυ", κι ακούγεται σαν καταθλιπτικός Άγγλος που του σκότωσαν το κατοικίδιο. Oh! ΟΗ!
Ανά διαστήματα ακούγεται και η φωνή μιας γκόμενας. 

Αράζω στο μπαλκόνι με ένα τσιγάρο στο χέρι και προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει.

Επεξηγηματικό διάλειμμα: Πίσω από την πολυκατοικία στην οποία μένω υπάρχει ένας κενός χώρος που χρησιμοποιείται σαν parking. Πρεζάκια, γάτες σε οίστρο, ζευγαράκια (επίσης σε οίστρο) και λοιποί περίεργοι έχουν βρει καταφύγιο στο σιχαμένο, μεταλλικό υπόστεγο που έχουν στήσει εκεί πέρα. Είχα ακούσει διάφορα πράγματα κατά καιρούς, αλλά τέτοιο πράγμα ποτέ.

Λίγη ώρα μετά, ακούω τον τύπο να ξερνάει, ενώ τα ελάχιστα κομμάτια της "συνομιλίας" μού επιτρέπουν να καταλήξω στα εξής συμπεράσματα:
Η γκόμενα μένει στη διπλανή πολυκατοικία, έχει χωρίσει τον τύπο πρόσφατα κι αυτός, όπως κάθε νορμάλ άνθρωπος, έχει πιει ό,τι μπορεί και κι έχει πάει έξω απ' την πόρτα της να ξεράσει τον πόνο του.

Το τελευταίο πράμα που ακούω είναι αυτόν να της φωνάζει "Παράτα με!" (αστείο δεν είναι;), ένα μηχανάκι να παίρνει μπροστά, να φεύγει, κι έπειτα νεκρική σιωπή.


Κι εγώ, αν είχα μηχανάκι, τα ίδια θα έκανα.

31.12.09

Failed #87634

Η παρούσα κατηγορία αναρτήσεων θα τολμήσει να αποτυπώσει τις στιγμές που νιώθουμε ότι αποτύχαμε στον συναισθηματικό τομέα. Λέγοντας "συναισθηματικό τομέα" βεβαίως, καταλαβαίνουμε ότι εννοούνται οι ερωτικο-σχεσο-σεξο-πεφτο-γούτσου καταστάσεις. Στιγμές αποτυχίας που θίγουν τη γονιδιακή μας αξιοπρέπεια. Catchy!
ΔΕΝ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ.


Η νύχτα μοιάζει να έχει την ιδανική εξέλιξη. Βρίσκεστε στο ιδανικό τραπέζι, του ιδανικού μπαρ. Ιδανικός φωτισμός, ιδανική ένταση μουσικής. Εκείνη -η ιδανική γκόμενα-, εσύ και ο φίλος σου, που ήταν διαθέσιμος να σε υποστηρίξει στο φαινομενικά "είμαι-τόσο-κουλ-που-έφερα-παρέα" ραντεβού.

Τελειώνεις το δεύτερο ποτό συνειδητοποιώντας πόσο εύκολα μπορείς να την κάνεις να γελάσει, νιώθεις χαλαρός, κι εκείνη στραμμένη προς τα εσένα, δηλώνει με τη γλώσσα του σώματός της ότι έχεις την απόλυτη προσοχή της. Κάπου πίσω ο φίλος σου χορεύει σαν επιληπτικός.

"Θα πάρουμε άλλο;" ρωτάς, προσπαθώντας να δείξεις μια καλοπροαίρετη όρεξη στην έκφραση του προσώπου σου και τη φωνή σου.
"Ρεεεε.. έχει πάει ήδη αργά! Και δε σηκώνω οικονομικά και τρίτο γύρο.." σου απαντάει, με ένα ενοχικό χαμόγελο.
"Οκ" λες, και αυτόματα κάνεις σήμα στη λεσβία-σερβιτόρα-συνιδιοκτήτρια, η οποία σαν γνήσια φραγκοφόνισσα τρέχει να σε εξυπηρετήσει.

"Ένα Jameson με ένα πάγο, μια τεκίλα με στημένο λεμόνι και... -Μαλάκα, θα πιεις τίποτα;- .., Αυτά!"

Η σερβιτόρα-σοβιετικό μπουλντόγκ, φεύγει για να εκπληρώσει την καταναλωτική σου επιθυμία.

Εκείνη, με το ίδιο ντροπαλό χαμόγελο λέει "Ε.. αφού επιμένεις!"

Τα ποτά έρχονται, τσουγκρίζετε, συνεχίζετε τη συζήτηση περί του κοινού σας ενδιαφέροντος, και καθώς σβήνεις το τσιγάρο με νωχελικές κινήσεις- ΩΠ! Το Κατούρημα χτυπάει την πόρτα της κύστης σου.

Δεν μασάς.

Περιμένεις να φτάσει η συζήτηση στην επόμενη παύση άνω των 5 δευτερολέπτων, βρίσκεις την ευκαιρία να πεις "Μισό", και σηκώνεσαι βαδίζοντας προς την τουαλέτα με αυτοπεποίθηση.

Οκ, είπαμε, όλα ιδανικά, αλλά μην κοροιδευόμαστε κιόλας, έτσι;
Είναι η τέταρτη φορά που σηκώνεσαι για κατούρημα. Εξακολουθείς να είσαι νευρικός από την αρχή της βραδιάς, και η συχνοουρία σε προδίδει στον εαυτό σου.

Περιμένεις μαζί με άλλα δυο άτομα στον "χώρο αναμονής" που είναι σχεδιασμένος για ένα άτομο. Αναλογίζεσαι την κατάστασή σου.

Τέταρτη φορά για κατούρημα. Καρφώνεσαι.

Την έχεις ακούσει από το αλκοόλ, αφού δεν έχεις φάει τίποτα όλη μέρα και πίνεις σαν μαλάκας.

Γάμησέ τα.

Δεν πειράζει όμως, ακόμα και τώρα που λείπω, εμένα σκέφτεται.

Έχει περάσει και η ώρα και εσύ έχεις κολλήσει στο μπλα-μπλα.

Πότε περιμένεις να κάνεις κίνηση ρε; Αφού τα λέμε και τα ξαναλέμε, "the element of surprise", η καλύτερη μέθοδος.

Τελειώνεις με κατούρημα, πλύσιμο χεριών και τα ρέστα, ρίχνεις μια προτελευταία ματιά στον καθρέφτη, ξεκουμπώνεις τα μανίκια του πουκαμίσου. Ρίχνεις μια τελευταία λάγνα ματιά, και λες μέσα απ'τα δόντια σου "Δε γαμιέται; Ή τώρα ή ποτέ"

ενώ ξέρεις ότι οι χειρότερες σκέψεις θα περάσουν απ' το μυαλό σου λίγες στιγμές πριν ακουμπήσεις τα χέρια σου στο στρογγυλό πόμολο της πόρτας που χωρίζει εσένα από εκείνη.

Σε κατακλύζει ένας συρφετός φριχτών σκέψεων διάρκειας nanosecond, με ήχους και εικόνες από αποτυχημένες σχέσεις, χυλόπιτες, χάλια σεξ, ενώ κάπου στο ενδιάμεσο αναρωτιέσαι αν έχεις ξεπεράσει όλες τις πρώην σου.

Ανοίγεις γρήγορα τη γαμημένη πόρτα έτοιμος για όλα

ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΗ ΓΚΟΜΕΝΑ ΝΑ ΦΙΛΙΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΛΑΚΑ ΤΟ ΦΙΛΟ ΣΟΥ.

9.11.09

Άχρηστη ανάμνηση #582244

ναι έχω πολύ καιρό να γράψω έχω πολύ καιρό να γράψω ακόμη και στο σημειωματάριο που υποτίθεται δεν αποχωρίζομαι ποτέ ελλείψει χρόνου ενδεχομένως αλλά δεν είναι απαραίτητη περαιτέρω ανάλυση εγκαινιάζω λοιπόν νέα κατηγορία αναρτήσεων ποστς που πιθανώς να έχει την ίδια άδοξη κατάληξη με τις υπόλοιπες φτάνοντας στο τέλος της ιστορίας ακόμα κι ο πιο αφηρημένος αναγνώστης θα καταλάβει ότι άχρηστη ανάμνηση σημαίνει ανάθεμα κι αν καταλαβαίνω το λόγο που θυμάμαι τέτοιες μαλακίες παρακαλώ να μην εκληφθεί αυτή η γραφή ως ένα φτηνό μέσο εντυπωσιασμού

Πίσω στο 2003, έχω μόλις σχολάσει από πρωινή βάρδια στο Χακ (ιντερνετς-κλαμπ-καφέ), κι ο Στάυρος a.k.a Μόβας (ο πρώην της Γιαννίνας) προτίθεται να με πετάξει κοντά στο σπίτι μου με το μηχανάκι (μέναμε στην ίδια γειτονιά τότε).

Φτάνουμε, λέμε δυο τρεις κουβέντες έξω από το σπίτι του και αποφασίζω να καπνίσω (κάπνιζα Craven). Ξεκινάω να στρίβω ένα τσιγάρο και τοποθετώ το φιλτράκι στη δεξιά μεριά, όπως πάντα.

Με βλέπει και μου λέει:

"Θεσσαλονικιός σ' έμαθε να στρίβεις; Εμείς συνηθίζουμε να βάζουμε τη τζιβάνα αριστερά"

31.3.09

Τυχαίος Θάνατος μιας Ημερολογιακής Τρίχας.


Σκάλιζα με το πιρούνι τα μακαρόνια με τον κιμά που είχαν μείνει στο πιάτο μου. Η όρεξή μου είχε κοπεί δέκα λεπτά νωρίτερα, όταν θυμήθηκα ότι εξακολουθούσα να αδυνατώ να μπω στη διαδικασία να ξεπεράσω την πρώην μου, τόσους μήνες μετά. Έβλεπα τη θάλασσα έξω από το παράθυρο του πλοίου, αλλά ούτε ο αίθριος καιρός και το απέραντο γαλάζιο θα κατάφερναν να μου φτιάξουν τη διάθεση.

Ήπια μια γουλιά από τη μπύρα μου για να ξεπλύνω την επίγευση των μπαχαρικών και το μάτι μου έπεσε τυχαία σ' έναν ψηλόλιγνο, καλοντυμένο μεσήλικα, που μόλις έμπαινε στο εστιατόριο. Στα χέρια του κρατούσε ένα δίσκο, πάνω στον οποίο διέκρινα δυο πιάτα γεμάτα με σκέτα μακαρόνια κι ένα μεγάλο ποτήρι με βαρελίσια μπύρα.

Υπό κανονικές συνθήκες, μια στιγμιαία διερευνητική ματιά θα έφτανε για να αποτραβήξω τη ματιά μου από πάνω του και να επιστρέψω στις σκέψεις μου, αλλά τα χαρακτηριστικά του προσώπου του μου κέντρισαν τόσο πολύ το ενδιαφέρον, που αναπόφευκτα το βλέμμα του συνάντησε το δικό μου.
Μου χαμογέλασε, σχεδόν συνωμοτικά, και άρχισε να έρχεται προς το μέρος μου, ενώ αμέσως συνειδητοποιούσα πόσο μου έμοιαζε. Η μύτη, το κοντότριχο μουσάκι, τα γκρίζα μάτια, το ελαφρύ καμπούριασμα, κι αμέτρητα εξωτερικά χαρακτηριστικά που θα ήταν αδύνατο να συνυπάρχουν σε άλλον άνθρωπο. Εξαιρώντας τις σκαμμένες από το χρόνο ρυτίδες στο δέρμα του και το γκρίζο μαλλί, μέχρι τη στιγμή που ο Ξένος είχε ακουμπήσει το δίσκο στο τραπέζι μου, ήμουν πεπεισμένος ότι έβλεπα μια μελλοντική εκδοχή του εαυτού μου.

"Έλα τώρα, αφού με περίμενες εδώ και χρόνια" μου είπε εξακολουθώντας να χαμογελάει, ενώ τραβούσε την καρέκλα απέναντί μου και ετοιμαζόταν να κάτσει. Δεν κατάφερα να αρθρώσω λέξη, μολονότι η προσμονή στα μάτια του έμοιαζε καλοπροαίρετη. Έμεινα σιωπηλός, μέχρι που ο Ξένος αναστέναξε, είπε "Καταλαβαίνω. Πάρε το χρόνο σου" και ξεκίνησε να τρώει από το ένα πιάτο με τα μακαρόνια, χρησιμοποιώντας πιρούνι και κουτάλι.

Προσπάθησα να μιλήσω αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να βγάλω μια άναρθρη βραχνάδα. Ήπια λίγη μπύρα, ξερόβηξα, πήρα μια βαθιά ανάσα και είπα το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό


-Δεν υποτίθεται ότι θα έπρεπε να έχει εκραγεί το σύμπαν τώρα που μιλάμε;

Τα μάτια του έλαμψαν.

- Σου πήρε περισσότερη ώρα απ' όσο φανταζόμουν. Αλήθεια όμως, αυτό που πραγματικά θες να μάθεις είναι φυσικοί νόμοι που μετά βίας αντιλαμβάνομαι κι εγώ ο ίδιος;

- Υποθέτω ότι έχεις δίκιο.. Οκ.. Οκ... Γιατί σήμερα;

- Α! 26η Μαρτίου του 2009! Σηματοδότης δραστικών αλλαγών. Το ότι δεν κατάφερες να τελειώσεις το φαγητό σου, δε σου λέει κάτι;

- Δηλαδή μπορώ να συζητήσω τέτοια πράγματα μαζί σου; Δεν... Αυτό με την έκρηξη που έλεγα...

- Χεχε, μην ανησυχείς. Οτιδήποτε θα μπορούσες να φανταστείς αυτή τη στιγμή για τους νόμους του ταξιδιού, είναι λάθος. Όλες αυτές οι θεωρίες περί χωροχρονικού συνεχούς που ενδεχομένως θεωρείς πιθανές, θα διαψευστούν.

- Σε φάση, προσπαθώ να καταλάβω αν θυμάσαι εσύ στη δική σου 26η Μαρτίου του 2009, να σκάει μύτη κάποια μελλοντική εκδοχή του εαυτού σου και να σου λέει "Όπα και νά 'μαι!"

-...και κατά πόσο θα φτάσεις στη θέση μου, για να συναντήσεις τον 24χρονο εαυτό σου στο παρελθόν κλπ κλπ, σωστά;

- Ακριβώς αυτό!

- Όπως σου είπα πριν, ξέχνα για λίγο ό,τι νομίζεις ότι ξέρεις. Σημασία δεν έχουν αυτές οι λεπτομέρειες, αλλά οι επιλογές που κάνεις. Για να προσπαθήσω να σου δώσω να καταλάβεις τι εννοώ, σκέψου πως στη δική μου 26η Μαρτίου βρισκόμουν ήδη στην Κρήτη. Είχα ταξιδέψει την προηγούμενη μέρα με αεροπλάνο.

- Μισό λεπτό, μισό λεπτό γιατί θα αρχίσει να πονάει το μυαλό μου... Και παρά όλα αυτά, εγώ είμαι εσύ;!

- Χμμμ.. Για την ακρίβεια δεν είμαι εσύ. Είμαι ο Σατανάς και από αυτή τη στιγμή η ψυχή σου μου ανήκει. Πληρώνεις για το βλάσφημο τρόπο ζωής σου κλπ κλπ.. Μη με παρεξηγείς απλά βαριέμαι πολύ την Άνοιξη, και κάνω κάνα καλαμπούρι μ' εσάς τους καινούριους.

- ...Ομολογώ πως βγάζει περισσότερο νόημα κάτι τέτοιο. Διάολε.. Τώρα είναι η στιγμή που λέω ότι ο Θεός δεν κατάφερε να με πείσει..

- Tell me about it! Φύγαμε;

14.2.09

Μιεχ #2

Δεν είναι δύσκολο
να πονάς
χωρίς να νιώθεις ότι
κάθε μέρα είσαι όλο και περισσότερο
νεκρός
νευρικές απολήξεις
μουδιασμένες
μετρημένες ανάσες
στον παγωμένο αέρα

Πανσέληνος
φεγγάρι ολόγιομο και
άλλες κοινότυπες εκφράσεις
εγώ
βλέπω απλώς μια φωτεινή αηδία
πίσω από συμπυκνωμένους υδρατμούς
ευχόμενος να είχα
τρίχωμα λύκου στο λαιμό μου και
το αίμα σου
στα δόντια μου

Επάψαν τα γουργουρητά
κάτω από τα σκεπάσματα
μασώ πετρέλαιο και
ξερνώ νευρώνες που
κρατούν μνήμες
γεύσης, μυρωδιάς, αγγίγματος
αργοπεθαίνεις και
σαπίζεις τα σωθικά μου
ξεπερνώ παύλα υπερβαίνω

9.2.09

Όσο κρατάει ένα τσιγάρο #15

Οδηγός μοτοσικλέτας, περνώντας έξω από εκκλησία έκανε το σταυρό του, έχασε τον έλεγχο της μηχανής και σκοτώθηκε. "Αν υπάρχει παράδεισος τότε είναι στα μάτια σου" που λέει και το άσμα. Μόνο που σ' αυτήν την περίπτωση το ένα μάτι ήτανε στη θέση του, και το άλλο στην άφσαλτροτ.

26.1.09

Μιεχ


"Ποτέ ξανά" πρόσθεσες
Κι ό,τι ξεκίνησε πάνω σε σκαλοπάτια
ένα ξημέρωμα που είχα τα χέρια μου στους ώμους σου
τελειώνει τώρα
Ενώ καθόμαστε ξανά σε ξένα σκαλοπάτια
κοντεύοντας μεσάνυχτα

Κι ακούγοντας τη βροχή να πέφτει μαζί με τα λόγια σου
σκέφτομαι "Τι ειρωνεία"
Σαν να 'ναι αλήθεια πως ένα μαύρο σύννεφο
ήταν πάντα από πάνω μου
Κι εγώ πενθώ τα κάποτε μακριά μαλλιά μου
που δε θα ξεδιψάσουν αρκετά

14.1.09

Συμβουλές #1

Μυστικό ξόρκι περιλαμβάνον τις λέξεις:

Σαλάμια, σαλέπι, σαλοσπείρη
σαλτιμπάγκος, σάλεμα, σαλούφα
σάλσα, σαλάτα, σάλτσα
σαλιάρης, σάλπιγγα, σαλός

είναι καταδικασμένο να αποτύχει.
Η μόνη ελπίδα είναι η Salvia.

ο Μάγος Κοκομπλόκος
τώρα και σε όλα τα περίπτερα

26.11.08

Γιατί μισώ τον Paulo Coelho

(Όπως στο διάολο κι αν προφέρεται το όνομά του)

Έχει ξημερώσει για τα καλά Τετάρτη, κι εγώ για άλλη μια φορά άγρυπνος, παλεύω να τακτοποιήσω αμέτρητες, σκόρπιες σκέψεις μέσα στο κεφάλι μου. Διαβάζω Lovecraft, κάτι που ξεκίνησα να κάνω λίγες εβδομάδες πριν στο σπίτι του Κώστα (ναι λοιπόν, δεν είχα διαβάσει ποτέ Lovecraft μέχρι τώρα, και δε ντρέπομαι να το πω), και για κάποια απροσδιόριστη αιτία θυμάμαι τα συγγράμματα του Coelho και αηδιάζω. Όπως ήταν αναμενόμενο, μου έρχονται στο μυαλό όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που προσπάθησαν να με πείσουν ότι ανακαλύπτοντας τον Coelho είδαν τον κόσμο με άλλο μάτι. Αποφθέγματα από τον Πολεμιστή του Φωτός και "Όταν θες κάτι πραγματικά, όλο το Σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις" και ΔΕ ΜΑΣ ΧΕΖΕΙΣ ΡΕ ΝΤΑΛΑΡΑ; Δες λίγη τηλεόραση κι άσε με, που να πάρει ο διάολος!

Άνοιξη του 2003, σπίτι του Φίλιππου Ζ. Άλλο ένα βράδυ που ο ύπνος έπαιρνε όλο τον κόσμο εκτός από 'μένα, είχα τη φαεινή ιδέα να διαβάσω κάτι τυχαίο από τη βιβλιοθήκη του, μπας και νυστάξω. Ήμουν ανάμεσα στο Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσσώ και τον Αλχημιστή του ακατανόμαστου. Επέλεξα το δεύτερο. Κατάφερα να το τελειώσω το ίδιο βράδυ και λίγες στιγμές μετά κοιμήθηκα.

Μου άρεσε αρκετά."Τι ωραία ιστορία" σκέφτηκα αφελέστατα τότε, "και με αισιόδοξο μήνυμα!". Διάβασα και τον Πολεμιστή του Φωτός, και το Ημερολόγιο ενός Μάγου. Όσο μεγάλωνα καταλάβαινα ολοένα και περισσότερο πόσο μαλάκας είναι ο κύριος Πάουλος και η συνομοταξία του.

Λοιπόν, παρότι δεν ήμουν ποτέ βιβλιόφιλος και εραστής της διανόησης, θεωρώ ότι έχω διαβάσει περισσότερα βιβλία από το μέσο φανατικό αναγνώστη του Coelho κι έχω κάνει έναν πρόχειρο διαχωρισμό στο μυαλό μου μεταξύ συγγραφέων.
Για αρχή, θεωρώ δεδομένο ότι όλοι αυτοί που μπαίνουν στη διαδικασία να γράψουν ένα βιβλίο έχουν πρόβλημα. Το αρχέγονο Πρόβλημα, που παίρνει υπόσταση και κάθεται στους ώμους μας με τη μορφή αμέτρητων υποπροβλημάτων και -κατ' εμέ πάντα- έχει την αρχή του στη συνειδητοποίηση ότι είναι πολύ ζόρικο να είναι κανείς άνθρωπος. Δε θα το αναλύσω άλλο, απλά θα ρωτήσω τους διαφωνούντες το εξής: Ποιος ο λόγος να κάτσει να γράψει κάποιος ένα βιβλίο αν δεν έχει πρόβλημα; Το βιοποριστικό ζήτημα; Μα δε θα ήταν πιο εύκολο να γίνει συντάκτης περιοδικού; Να γράφει άρθρα σε τυχαία εφημερίδα; Να φτιάξει ένα εύπεπτο blog με πολλές διαφημίσεις;

Βάσει αυτής της λογικής, η συγγραφή είναι η λύτρωση, η εναπόθεση βάρους, ο εξορκισμός, η ξεκούραση, και άλλες πολλές λέξεις που περιγράφουν την ίδια κατάσταση.

Υπάρχουν λοιπόν οι συγγραφείς που δε χρειάζεται να μπουν στη διαδικασία να περιαυτολογήσουν, που δείχνουν ότι σέβονται την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής αλλά και τον πιθανό αναγνώστη, ο οποίος, είτε το ξέρει είτε όχι, βαραίνεται από το ίδιο Πρόβλημα, και ΙΣΩΣ το βιβλίο αυτό που θα πέσει στα χέρια του να τον ανακουφίσει λίγο, όπως ανακούφισε και τον ίδιο το δημιουργό του. Αυτούς τους συγγραφείς τους αγαπάμε, ο καθένας μας έχει τουλάχιστον έναν από δαύτους υπόψιν του, και μπορεί πότε-πότε να γράφουν μαλακίες χάριν εκπόρνευσης της δημιουργικότητάς τους, αλλά δεν θα τους κρίνουμε εμείς.

Αυτούς που μπορούμε να κρίνουμε ελεύθερα όμως, είναι οι καραγκιόζηδες τύπου Coelho. Όλοι εκείνοι που διατυμπανίζουν στα βιβλία τους ότι ΔΕΝ έχουν πρόβλημα, ότι είναι τόσο εύκολο να απαλλαγούμε κι εμείς από το Προβλήμά μας (αρκεί να πειστούμε ότι δεν υπάρχει Πρόβλημα) και να γίνουμε γαμάτοι -ξέροντας βέβαια ότι δε θα γίνουμε ποτέ τόσο καλοί- όσο εκείνοι. Αυτοί οι παπαρολόγοι που έχουν πλάσει, δικαιωματικά μεν, έναν φανταστικό κόσμο, οι οποίοι όμως προσηλυτίζουν τον ανύποπτο αναγνώστη, χρησιμοποιώντας εύκολη γλώσσα, αισιόδοξα μηνύματα και απουσία κάθε ρεαλιστικού στοιχείου στις αηδίες που γράφουν. Χριστιανικά Άρλεκιν για κάθε ηλικία. Γαμήστε μας.

Ο Coelho δηλητηριάζει τον κόσμο ακολουθώντας την παράδοση Καλού και Κακού της θρησκευτικής ηθικής, πείθοντας τον κάθε δύσμοιρο ότι μπορεί ο ίδιος να ορίσει τη ζωή του αν στηριχτεί σε ολωσδιόλου τυχαίους παράγοντες.
Στη ρεαλιστική version του Αλχημιστή, πιθανώς θα γαμούσαν το βοσκό και θα του έκλεβαν τα πρόβατα πριν προλάβει να ονειρευτεί θησαυρούς και το βιβλίο θα είχε αίσιο τέλος με τη συμμετοχή του βοσκού σε Gay Pride παρέλαση. Κι όχι επειδή "όλα πάνε στραβά στον κόσμο" κλπ κλπ, αλλά γιατί απλώς συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, και οι "κακές στιγμές" δεν έχουν μικρότερη αξία από τις καλές.

Αλλά οι χαρακτήρες του Coelho δε χέζουν ποτέ, δεν καυλώνουν, κι αν καυλώσουν θα είναι για να τεκνοποιήσουν τον προφήτη Ηλία. Τα γνωστά ηλίθια στερεότυπα που αναιρούν τη δημιουργική ελευθερία και κάνουν μεγαλύτερη ζημιά από τα περιοδικά μόδας και τις εκπομπές της Δρούζα. Και όχι μόνο πουλάει ο άνθρωπος αλλά θεωρείται και ποιοτικός για κάποιο λόγο.

Να πα' να γαμηθεί. Εγώ πάω για ύπνο.

17.10.08

Ζε Κατ ιν Ζε Χατ!



Ο γάτος μου νομίζει πως είναι άνθρωπος
Νιαουρίζει πασχίζοντας να μιλήσει
Μαθαίνει να ανοίγει πόρτες
Προσπαθεί να ανοίξει τη βρύση για να πιεί νερό
Κοιμάται στο κρεβάτι μου κι ονειρεύεται

Φοβάται τους άλλους γάτους, δεν τους αναγνωρίζει ως ομοίους
Ο γάτος μου νομίζει πως είναι άνθρωπος
Σαν κι εμένα

11.10.08

Backup

Κανονικά θα έπρεπε να ονοματίσω την ανάρτηση "Όσο κρατάει ένα τσιγάρο #3" αλλά δεν το άναψα ακόμη. Αναμενόμενο; Θα μπορούσε να το πει κάποιος. Αλλά εξακολουθώ να κρατάω την προ-προτελευταία ανάρτηση, μιας και πάντα με διασκέδαζε ο παροξυσμός έλειψης νικοτίνης. Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε να θελήσω πραγματικά να πάψω να είμαι καπνιστής. Για την ώρα χαίρομαι που κατάφερα να ελαττώσω τον αριθμό τσιγάρων ανά ημέρα. Συγγνώμη Στέλιο, ελπίζω να έχεις καλύτερη τύχη. Και συνεχίζω στο κυρίως θέμα.

Όπως γνωρίζουν λίγοι από τους γνωστούς και φίλους μου, κουβαλάω μαζί μου συχνά ένα μικρό τετράδιο. Δεν το αντιμετωπίζω ως κάτι το ξεχωριστό, θαρρώ μάλιστα πως οι υπόλοιποι που θέλησαν κατά καιρούς να σημειώσουν κάποιο σχόλιο στις σελίδες του, το θεωρούν κάτι πιο ιδιαίτερο απ' ότι θα το θεωρήσω ποτέ εγώ. Για μένα, το τετραδιάκι καλύπτει μια και μόνη ανάγκη πλέον: είναι στιγμές που θέλω να καταγράψω τυχαίες σκέψεις, να κάνω κάποιο μικρό σχεδιάκι ή οτιδήποτε μπορεί να συμπεριλάβει τη χρήση χαρτιού και στυλό.

Έχει γίνει νύξη για το τετράδιο αυτό σε παλιότερη ανάρτηση, θεώρησα όμως χρήσιμο να παραθέσω και κάποιες από τις σελίδες του εδώ, για την περίπτωση που χαθεί το τετράδιο και παραμείνει το ιστολόγιο. Σπάνια περίπτωση θα προσθέσω, αλλά θα ήταν κρίμα να αγνοήσω αυτές τις ακόμη πιο σπάνιες, εξάρσεις προνοητικότητας.


tetradi


Κι όποιος έβγαλε άκρη, τα συγχαρητήριά μου.

Υ.Γ. Μια μαύρη μουτζούρα στη δεύτερη σελίδα γράφει "ΠΟΛΥ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ". Είναι σχόλιο του Κώστα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που ανέφερα στη δεύτερη παράγραφο.

24.9.08

Όσο κρατάει ένα τσιγάρο



(Lucky Strike για όσους αναρωτιούνται)

Μεγάλωσα σ' έναν κόσμο που προοριζόμαστε να γίνουμε κάποιοι ή... "κάτι". Αυτό το κάτι ορίζεται από την εκπαίδευση που θα ακολουθήσουμε και -βάσει αυτής- τον επαγγελματικό προσανατολισμό στον οποίο θα καταλήξουμε. Έτσι έλεγε το πλάνο για 'μένα, όπως και για πολλά παιδιά ακόμη. Θυμάμαι να με ρωτούν από μικρό τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Θυμάμαι να περνάω μέρες και νύχτες, πριν ακόμα ξεφύγω από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας, να βασανίζομαι από το ίδιο ερώτημα.

"Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω; Τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω;"

Έπαιρνα κι εγώ παραδείγματα από τους τάχα ευυπόληπτους "μεγάλους" γύρω μου. Θέλησα να γίνω γιατρός, δικηγόρος, διευθυντής σε κάποια επιχείρηση.. Να βγάζω αρκετά χρήματα, όπως μου έλεγε -και εξακολουθεί να μου λέει- ο πατέρας μου, ώστε να ζήσω αξιοπρεπώς, μια ποιοτική, ήρεμη ζωή.

Μεγάλωσα κι εγώ, κι ακόμα δεν κατάφερα να χωνέψω όλες αυτές τις υποτιθέμενες στοιχειώδεις αξίες. Πως ακριβώς ορίζεται μια αξιοπρεπής ζωή; Ποια είναι τα εφόδια που πρέπει να συλλέξω για να καταφέρω να έχω κι εγώ μια τέτοια; Αλήθεια, διαφέρουμε όντως τόσο πολύ εμείς οι "άνθρωποι" μεταξύ μας; Αν σε χτυπήσουν, δεν θα πονέσεις όσο εγώ; Αν πονέσεις, δεν θα αναρωτηθείς για την ευθραυστότητα της ύπαρξής μας;

Για την ώρα, μου κρατούν συντροφιά τα τσιγάρα μου , ένα εκ των οποίων βιάζεται να τελειώσει στο τασάκι μου, λίγο αλκοόλ που αργεί να ξεθυμάνει από μέσα μου και μερικές φθηνές σοκολάτες. Και μπορεί να μην ξέρω ακόμα τι ή ποιος θέλω να γίνω, αλλά τουλάχιστον μπορώ να σκεφτώ μερικές χιλιάδες εκδοχές από ό,τι ΔΕΝ θέλω να γίνω ή ό,τι θα μπορούσα να γίνω. Είναι κι αυτό ένα βήμα.

Στο κάτω κάτω, ποιος τη γαμεί την υστεροφημία;

20.9.08

Mailed Chained #2


Ήταν απροσδόκητη η χαρά μου όταν μετά από τρία αποτυχημένα formats, κατάφερα να μπω στο διαδίκτυο. Γι' αυτό και θα παραθέσω τη δεύτερη εκδοχή του "Είμαι τελείως χεσμένος".

Το παρακάτω κείμενο βρέθηκε γραμμένο σ' ένα παραπεταμένο τετράδιο. Αυτός που το διάβασε, χαμογέλασε από ειρωνία ή ευγένεια και συνέχισε να ξεφυλλίζει το τετράδιο ακάθεκτος. Ίσως να το ανάρτησε σε ένα blogger αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία. Το κείμενο δεν περιείχε ηθικό δίδαγμα ή την παραμικρή υποψία ελπίδας.

Είμαι τόσο χεσμένος που το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να κουνάω το βλέμμα μου στους ρυθμούς του "Dead Souls". Τα ακουστικά με έχουν απομονώσει από το δωμάτιο. Αγωνιωδώς αισθάνομαι τους γύρω μου να ενοχλούνται και να με παρατηρούν με αυστηρότητα. Κι ίσως να μην ενοχλούνται αλλά να συνεχίζουν απλώς την κουβέντα τους.
Σάπια φρικαλεώδη μίζερα μήλα στον τσιμεντένιο δενδρότοιχο της μηδένιας εγκεφαλικής μας πόλης. Το νερό στέρεψε από τις χωμάτινες χοάνες και με σκουριά ξεδιψάνε τα ζώα. Κι εμείς το αίμα των τιμούμε, κι από χρυσά ποτήρια τις γλώσσες μας υγραίνουμε.
Κι αν ο Ήλιος ακόμη μένει ουράνιος παντοκράτορας, και με το Φως ξεπλένει συνειδήσεις, εμείς όλο στο Σκότος βαθύτερα βαδίζουμε. Κι ο Λεβιάθαν καρτερεί υπομονετικά.-

ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΑΛΛΟ